Η γραβάτα τον έσφιγγε. Δεν μπορούσε να καταπιεί. Ασφυκτιούσε. Έπρεπε να
την βγάλει. Και το σακάκι... Αυτό το μαύρο σακάκι τον βάραινε και τον
ζέσταινε. Βγήκε από το σπίτι. Ένας αέρας του δρόσισε το πρόσωπο. Βαρύς,
χειμωνιάτικος αέρας. Μα αυτόν δεν τον ένοιαζε. Άφησε το σακάκι μέσα στο
σπίτι. Ψιλές σταγόνες βροχής μαστίγωναν το πρόσωπό του καθώς βημάτιζε
όλο και πιο γρήγορα. Φλεβάρης μπήκε. Ήταν λογικό
να κάνει παγωνιά. Αλλά ο άντρας δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τίποτα.
Βημάτιζε γρήγορα. Τα παπούτσια! Τον καθυστερούσαν έπρεπε να τα βγάλει.
Έπρεπε να κοινηθεί πιο γρήγορα. Ένιωθε τις κάλτσες του να μουσκεύουν.
Και σιγά σιγά άρχισαν να μουδιάζουν τα δάχτυλά του. Και των ποδιών και
των χεριών. Με τις ψιχάλες να έχουν αρχίσει να γίνονται ολόκληρες
σταγόνες και τον αέρα να φυσάει από κάθε μεριά, έτρεμε. Μα και οι
κάλτσες. Κολλούσαν στα πόδια του και στον δρόμο. Τον ενοχλούσαν... Και
το πουκάμισο. Πολύ στενό. Έπρεπε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά... Ναι, ήταν
καλύτερα έτσι. Πλησίαζε στην εκκλησία αλλά δεν έφτανε. Τα βήματά του και
οι κινήσεις του ήταν αργές. Ίσα που μπορούσε να κουνηθεί το τρέμουλο.
Το παντελόνι. Τον ενοχλούσε. Έσκυψε και με το ελάχιστο που μπορούσε να
κουνήσει τα χέρια του άρχισε και το έσκιζε... Έφτασε στην αυλή της
εκκλησίας. Ξαφνικά άρχισε να τρέμει με σπασμωδικές κινήσεις. Και να
κλάει. Να οδύρεται. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του και να
γίνονται ένα με την βρόχή. Και έβγαζε κραυγές. Πότε βουβές, πότε πόνου.
Ούτε που πρόσεξε τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα. Ανέβαινε τα
σκαλιά. Δεν είχε δύναμη. Κρατιόταν από τα κάγκελα. Κάτι φωνές άκουγε
παραξενεμένες και κάποια χέρια να τον ακουμπούν... Αλλά δεν σταμάτησε.
Παρόλο που το κορμί του ήταν αδύνομο και το ένιωθε ξένο φορτίο,
προχώρησε. Μόλις μπήκε μέσα άκουσε μια κραυγή οδύνης. Η μάνα του. Αλλά
ούτε και αυτή του τράβηξε την προσοχή. Κοίταζε μπροστά. Ούτε τον κόσμο
γύρω του, ούτε τους δικούς τους. Μόνο σαν φόντο τους έβλεπε. Σαν ένα
μαύρο φόντο. Άρχισε να χάνει τον βηματισμό. Το σώμα του τρανταζόταν από
τους λυγμούς του. Ένιωσε ένα σακάκι πάνω του. Ένιωσε την γριά μάνα του
να προσπαθεί να τον ζεστάνει. Πως να ζεσταθεί όμως? Το πέταξε κι αυτό.
Έπεσε στα γόνατα, έκανε τα τελευταία βήματα και έφτασε στο φέρετρο. Εκεί
στο κέντρο της εκκλησίας... Η αγαπημένη του. Με το άσπρο νυφικό της!
Τόσο χλομή, μα τόσο ωραία. Τόσο νέα, μα τόσο ήρεμη. Δεν είχε άλλες
αντοχές. Πόναγε... Στηρίχθηκε στον γέρο-πατέρα του να σηκωθεί. Έσκυψε
πάνω στην αγαπημένη του και την φίλησε. Και μετά... δεν κατάλαβε πολλά.
Όλα μαύρισαν. Όλα ηρέμισαν...Οι σκέψεις που με τρώνε, τα ηθικά διδάγματα που αποκτώ, οι απόψεις μου που θέλουν να ακουστούν, οι ιστορίες μου για να παραμυθιάσουν... Ένα blog χρησιμοποιούμενο σαν προσωπικό "σκέφτομαι και γράφω".
Δευτέρα 21 Μαΐου 2012
"Άψυχος πόνος" [μικρή ιστορία]
Η γραβάτα τον έσφιγγε. Δεν μπορούσε να καταπιεί. Ασφυκτιούσε. Έπρεπε να
την βγάλει. Και το σακάκι... Αυτό το μαύρο σακάκι τον βάραινε και τον
ζέσταινε. Βγήκε από το σπίτι. Ένας αέρας του δρόσισε το πρόσωπο. Βαρύς,
χειμωνιάτικος αέρας. Μα αυτόν δεν τον ένοιαζε. Άφησε το σακάκι μέσα στο
σπίτι. Ψιλές σταγόνες βροχής μαστίγωναν το πρόσωπό του καθώς βημάτιζε
όλο και πιο γρήγορα. Φλεβάρης μπήκε. Ήταν λογικό
να κάνει παγωνιά. Αλλά ο άντρας δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τίποτα.
Βημάτιζε γρήγορα. Τα παπούτσια! Τον καθυστερούσαν έπρεπε να τα βγάλει.
Έπρεπε να κοινηθεί πιο γρήγορα. Ένιωθε τις κάλτσες του να μουσκεύουν.
Και σιγά σιγά άρχισαν να μουδιάζουν τα δάχτυλά του. Και των ποδιών και
των χεριών. Με τις ψιχάλες να έχουν αρχίσει να γίνονται ολόκληρες
σταγόνες και τον αέρα να φυσάει από κάθε μεριά, έτρεμε. Μα και οι
κάλτσες. Κολλούσαν στα πόδια του και στον δρόμο. Τον ενοχλούσαν... Και
το πουκάμισο. Πολύ στενό. Έπρεπε να ξεκουμπώσει τα κουμπιά... Ναι, ήταν
καλύτερα έτσι. Πλησίαζε στην εκκλησία αλλά δεν έφτανε. Τα βήματά του και
οι κινήσεις του ήταν αργές. Ίσα που μπορούσε να κουνηθεί το τρέμουλο.
Το παντελόνι. Τον ενοχλούσε. Έσκυψε και με το ελάχιστο που μπορούσε να
κουνήσει τα χέρια του άρχισε και το έσκιζε... Έφτασε στην αυλή της
εκκλησίας. Ξαφνικά άρχισε να τρέμει με σπασμωδικές κινήσεις. Και να
κλάει. Να οδύρεται. Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του και να
γίνονται ένα με την βρόχή. Και έβγαζε κραυγές. Πότε βουβές, πότε πόνου.
Ούτε που πρόσεξε τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα. Ανέβαινε τα
σκαλιά. Δεν είχε δύναμη. Κρατιόταν από τα κάγκελα. Κάτι φωνές άκουγε
παραξενεμένες και κάποια χέρια να τον ακουμπούν... Αλλά δεν σταμάτησε.
Παρόλο που το κορμί του ήταν αδύνομο και το ένιωθε ξένο φορτίο,
προχώρησε. Μόλις μπήκε μέσα άκουσε μια κραυγή οδύνης. Η μάνα του. Αλλά
ούτε και αυτή του τράβηξε την προσοχή. Κοίταζε μπροστά. Ούτε τον κόσμο
γύρω του, ούτε τους δικούς τους. Μόνο σαν φόντο τους έβλεπε. Σαν ένα
μαύρο φόντο. Άρχισε να χάνει τον βηματισμό. Το σώμα του τρανταζόταν από
τους λυγμούς του. Ένιωσε ένα σακάκι πάνω του. Ένιωσε την γριά μάνα του
να προσπαθεί να τον ζεστάνει. Πως να ζεσταθεί όμως? Το πέταξε κι αυτό.
Έπεσε στα γόνατα, έκανε τα τελευταία βήματα και έφτασε στο φέρετρο. Εκεί
στο κέντρο της εκκλησίας... Η αγαπημένη του. Με το άσπρο νυφικό της!
Τόσο χλομή, μα τόσο ωραία. Τόσο νέα, μα τόσο ήρεμη. Δεν είχε άλλες
αντοχές. Πόναγε... Στηρίχθηκε στον γέρο-πατέρα του να σηκωθεί. Έσκυψε
πάνω στην αγαπημένη του και την φίλησε. Και μετά... δεν κατάλαβε πολλά.
Όλα μαύρισαν. Όλα ηρέμισαν...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Grafeis teleia dihghma! Na grapseis senario h mythistorhma! To periexomeno tha to afhsw asxoliasto 20 xronwn paidi gia ekklhsies gries manes k nekres nyfes... :P
ΑπάντησηΔιαγραφήΣε ευχαριστώ πολύ! χαιρομαι που σου αρέσουν (γιατί και εγώ βρίσκω τον δικό σου τρόπο γραφείς πολύ ωραίο, αλλά στο έχω πει τόσες φορές άλλωστε...) Έχω γράψει κι άλλες 2-3 ιστοριούλες διαφορετικού περιεχομένου αλλά δεν τις έχω ανεβάσει ακόμα. Και πάλι σε ευχαριστώ
Διαγραφή