Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Μέσα στο δωμάτιο [μικρή ιστορία]

     Ακουγα θορύβους. Σαν κάποιος να θρηνούσε και να έκλαιγε. Στο δωμάτιο υπήρχαν δύο άνθρωποι. Ο ένας καθόταν στην μοναδική καρέκλα που υπήρχε. Ήταν σκυθρωπός και ανέκφραστος. Από το τρέμουλό του καταλάβαινα ότι κρύωνε ενώ είχε ζέστη. Ένιωθε μόνος ενώ έξω ήταν χαρά θεού με χαρούμενες φωνές ανθρώπων. Και ενώ όλα τα υπόλοιπα δωμάτια λούωνταν από το φως του καλοκαιρινού ήλιου εκείνο το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Σε μια γωνιά η σκιά έπεφτε έτσι που ίσα που έβλεπες και το δεύτερο άτομο. Μα έμοιαζε πιο πολύ σε παιδί που οδυρόταν . Πλησίασα να το καθυσηχάσω... Μα... δεν είναι δυνατόν! Από όλες τις ψευδαισθήσεις, αυτή ήταν η πιο αλλόκοτη. Δεν ήταν παιδί. Δεν ήταν καν άνθρωπος. Σίγουρα ήταν κάτι μη ανθρώπινο αλλά έμοιαζε υπερβολικά στον άντρα που καθόταν στην καρέκλα. Πήγα να βοηθήσω τον δύστυχο άντρα μα δε δέχτηκε. Με απέρριψε με μια κίνηση του χεριού του και ένα αυστηρό βλέμα. Τότε η μορφή στην σκια της γωνίας άρχιζε να κλαίει πιο δυνατά και να τον κατηγορεί. Του φώναζε ότι θα πέθαινε μόνος, ότι είχε χρόνια να νιώσει συναισθήματα, ότι κουράστηκε να κουβαλάει τον σταυρό της ζωής μόνο του. Και τον κατηγορούσε. Τον κατηγορούσε για την μοναχική του ζωή και την σκληρό χαρακτήρα του. Με δάκρυα στα μάτια ξεσπούσε, ήταν τόσο καταπιεσμένο ό,τι κι αν ήταν. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική... Την ώρα που εξελισσόταν όλο αυτό μπροστά μου, το μόνο που σκεφτόμουν πέρα του ότι ήθελα να προσφέρω βοήθεια σε αυτόν τον άντρα, ήταν η ζωή μου. Τόσες ωραίες στιγμές, τόσοι ανθρώπινοι φίλοι, τόση αγάπη... Μα γιατί αυτός ο άντρας γαλουχήθηκε έτσι;
 

[Αντώνης]